Η στολή των Μπαμπαλιούρηδων, του Λιβαδίου, αποτελείται από το “σαλβάρι”, ένα μάλλινο άσπρο παντελόνι, το οποίο στερεώνουν στη μέση με μια μάλλινη άσπρη ζώνη. Το πουκάμισο που φορούν από πάνω είναι συνήθως άσπρο με φαρδιά μανίκια σαν εκείνο των τσολιάδων. Στα πόδια φορούν άσπρες καλτσοδέτες και τσαρούχια. Στη μέση φορούν ένα χοντρό μάλλινο ύφασμα, διπλωμένο πολλές φορές, όπου επάνω δένουν τα μεγάλα και βαριά κουδούνια. Στο κεφάλι φορούν ειδική μάσκα, από προβιά ζώου, τη λεγόμενη “φουλίνα”. Η μάσκα αυτή είναι άσπρη ή μαύρη ανάλογα το χρώμα που είχε το ζώο από το οποίο το πήραν,(συνήθως ήταν κατσίκι η τράγος) και έχει τρία ανοίγματα, δύο στα μάτια και ένα στο στόμα. Στα χέρια κρατούν ένα ξύλινο σπαθί που συμπληρώνει τη φορεσιά του κάθε “Μπαμπαλιούρη”.
Τα “Μπαμπαλιούρια” περιμένουν να τελειώσει η Θεία Λειτουργία για να ξεχυθούν στους δρόμους. Μαζί τους είναι πάντα ο “αδελφογύρτης” ο οποίος κρατάει έναν κουμπαρά και μαζεύει τα χρήματα που προσφέρει ο κόσμος.
Πριν ακόμη τελειώσει η Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία οι “Μπαμπαλιούρηδες” έχουν πάρει θέση έξω από τις τρεις ενορίες του χωριού. Βγαίνοντας ο κόσμος από την εκκλησία τους συναντά και αιφνιδιάζεται αφού περνούν το σπαθί στη μέση τους και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν βάλει χρήματα επάνω σ’ αυτό. Μόλις βάλουν τα χρήματα τα παίρνει ο αδελφογύρτης και τους εύχεται Καλή Χρονιά. Μετά τις εκκλησίες τα “Μπαμπαλιούρια” πηγαίνουν στην πλατεία, και με το δυνατό θόρυβο που προκαλούν τα κουδούνια τους, τραβούν την προσοχή των ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Φεύγοντας από εκεί, περνούν από τα καφενεία του χωριού και έπειτα ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ.
Έτσι ήταν το έθιμο στο Λιβάδι από όπου και η δική μου καταγωγή, όμως η καταγραφή του εθίμου που περιγράφω έγινε στην Ελασσόνα. Λιβαδιώτες που κάποια στιγμή μετακόμισαν για βιοποριστικούς λόγους στην πρωτεύουσα της επαρχίας, όπως και οι προγονοί μου, κάθε πρωτοχρονιά βγαίναν στους δρόμους της πόλης και με τα κουδούνια τους ξεσήκωναν όλον τον κόσμο. Στην συνέχεια πήγαιναν στον άγιο Δημήτριο, την μητροπολιτική εκκλησία της Ελασσόνας και έκαναν όσα παραπάνω περιέγραψα. Ήμουν μικρό παιδί τότε και το μεράκι μου να γίνω «μπαμπαλιούρης» ήταν μεγάλο. Ήθελα να ακολουθήσω τους «μπαρμπάδες» που ντυνόταν και ο πατέρας μου, θυμάμαι, μου έφερε κουδούνια, αλλά τι κρίμα, ήταν τόσο βαριά που δεν άντεξα το βάρος τους κι έτσι το μεράκι μου δεν το εκπλήρωσα ποτέ. Τότε ήταν η τελευταία χρονιά που στην Ελασσόνα εμφανίστηκαν τα Λιβαδιώτικα μπαμπαλιούρια από απογόνους των πρώτων Λιβαδιωτών που τα διοργάνωναν, μιας και οι ίδιοι είχαν σταματήσει μερικά χρόνια πριν να ντύνονται. Θεωρώ χρέος μου να καταγράψω, όχι τα μπαμπαλιούρια γιατί αυτά έχουν ήδη καταγραφεί από συμπατριώτες μου πιο άξιους από εμένα από τους οποίους μάλιστα βρήκα και τα πρώτα στοιχεία πριν καταφύγω σε μαρτυρίες. Θεωρώ χρέος μου να καταγράψω τα μπαμπαλιούρια που γινόταν στην Ελασσόνα και δεν είναι γνωστά. Χρέος για την μνήμη των ανθρώπων που ντύνονταν κάθε πρωτοχρονιά, των θείων μου Θωμά Γεωργούλα, Ευάγ. Μπανούση, Κών. Γαζέτη και του παππού μου του Νίκου Τζημαγιώργη που από τα δικά του γίδια ξεκρέμασε ο πατέρας μου τα κουδούνια που μου έφερε άσχετα αν τελικά αποδείχτηκαν πολύ μεγάλα για μένα που τότε ήμουν μόλις 6 ετών. Και τέλος ήθελα να προλάβω στην ζωή τον μοναδικό πλέον μπαμπαλιούρη τον αδελφό της γιαγιάς μου Γιώργο Πατέρα.
Ο μπάρμπα-Γιώργος μου διηγήθηκε τα όσα κατέγραψα.
Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς σε όλα τα σπίτια κόβεται η κρεατόπιτα με το χρυσό φλουρί, το άχυρο και το πουρνάρι σε τόσα κομμάτια όσα είναι και τα μέλη της οικογένειας. Όποιος βρει το φλουρί θεωρείται ο τυχερός της καινούριας χρονιάς και λέγεται ότι θα ζήσει πλούσια. Όποιος βρει το άχυρο λένε ότι θα παντρευτεί γεωργό και όποιος βρει το πουρνάρι θα παντρευτεί βοσκό.




